Εξάρτηση από τα ψυχιατρικά φάρμακα

ψυχιατρικά φάρμακα

 

ψυχιατρικά φάρμακα

Γράφει ο Γαβριλάκης Πολύδωρος, Ψυχίατρος συνεργάτης του doctoranytime.gr

Εξάρτηση προκαλεί μόνο μια συγκεκριμένη κατηγορία φαρμάκων που λέγονται βενζοδιαζεπίνες και είναι τα γνωστά σε όλους αγχολυτικά, όπως η λοραζεπάμη, η βρωμαζεπάμη, η αλπραζολάμη και άλλα. Οι εμπορικές ονομασίες για ευνόητους λόγους δεν αναφέρονται σ’ αυτό το άρθρο, αλλά πρόκειται για φάρμακα ευρείας κατανάλωσης, τις εμπορικές ονομασίες των οποίων θα γνωρίζει σίγουρα ο γιατρός σας.  Εθισμό προκαλούν επίσης και ορισμένα υπνωτικά που δρουν στους ίδιους υποδοχείς στον εγκέφαλο με τα παραπάνω, όπως η ζολπιδέμη και η ζοπικλόνη, που επίσης χορηγούνται κατά κόρον από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων. ΚΑΝΕΝΑ άλλο ψυχιατρικό φάρμακο δεν προκαλεί εξάρτηση, χωρίς να σημαίνει βέβαια αυτό ότι μπορούν να διακοπούν άμεσα και χωρίς ιατρική παρακολούθηση. Είναι σημαντικό όμως να τονίσουμε ότι ακόμα και τα πιο «βαριά» ψυχιατρικά φάρμακα δεν προκαλούν εθισμό και μπορεί να διακοπούν με ευκολία όταν αυτό κριθεί απαραίτητο από τον γιατρό σας.

Αγχολυτικά και υπνωτικά

Ας επιστρέψουμε τώρα στα αγχολυτικά (τις βενζοδιαζεπίνες) και τα υπνωτικά…

Τα φάρμακα αυτά πρέπει να χορηγούνται για όσο το δυνατόν λιγότερες ημέρες και σίγουρα όχι περισσότερο από μερικές εβδομάδες μέχρι να δράσουν τα ενδεδειγμένα για την θεραπεία της συγκεκριμένης ψυχικής νόσου φάρμακα, όπως π.χ. τα αντικαταθλιπτικά. Ο εθισμός σε αυτά τα αγχολυτικά μπορεί να γίνει και με σχετικά μικρές δόσεις αν τα λαμβάνει κανείς για περίπου 2 μήνες, αλλά συνήθως απαιτεί μεγάλες δόσεις, που βέβαια δεν είναι σπάνιο φαινόμενο.

Ένα από τα πιο συχνά συνταγογραφούμενα από αυτά, η αλπραζολάμη τυχαίνει να είναι και από τα πιο εθιστικά. Πρόκειται επίσης για μία από τις πιο ισχυρές βενζοδιαζεπίνες, δηλαδή από τα πιο βαριά φάρμακα αυτού του είδους και έχει και πολύ μικρή ημιζωή (δηλαδή βραχεία δράση) που σημαίνει ότι προκαλεί εύκολα ανοχή, έτσι ώστε ο ασθενής να χρειάζεται συνεχώς όλο και μεγαλύτερη δόση για να έχει το ίδιο αποτέλεσμα και τελικά να εθίζεται σ’ αυτό. Ένα άλλο αρνητικό που έχει είναι ότι, επειδή έχει μικρής διάρκειας δράση μετά που θα περάσει η δράση του το άγχος μπορεί να επανεμφανιστεί σε χειρότερη μορφή. Αυτό το φαινόμενο είναι πιο πιθανό να συμβεί και να έχει πιο έντονη μορφή σε αυτούς που λαμβάνουν μεγαλύτερες δόσεις και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και ονομάζεται στην διεθνή βιβλιογραφία “rebound anxiety” δηλώνοντας το άγχος που ανακάμπτει δριμύτερο. Αυτό φυσικά μπορεί να κάνει και την ανάγκη κάποιου για την αλπραζολάμη πιο έντονη για να «θεραπεύσει» το άγχος που η ίδια επιδείνωσε και συμβάλει μ’ αυτόν τον τρόπο στον εθισμό του.

Η απεξάρτηση από αυτό το φάρμακο είναι πολύ δύσκολη και απαιτεί τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση. Όσον αφορά την αντιστοίχιση της δόσης της αλπραζολάμης με άλλα φάρμακα: το 0.5 mg αλπραζολάμης αντιστοιχούν σε 5-6 mg βρωμαζεπάμης (ένα φάρμακο που χρησιμοποιεί κατά διαστήματα το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού). Δηλαδή κάποιος που παίρνει 2 mg αλπραζολάμης την ημέρα είναι σαν να παίρνει την γιγάντια δόση των 20-24 mg βρωμαζεπάμης την ημέρα! Αυτή η γνώση για την αντιστοίχιση των δόσεων αυτών των φαρμάκων είναι διαθέσιμη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και την τελευταία δεκαετία πέραν από τα βιβλία της Ψυχιατρικής μπορεί οποιοσδήποτε να βρει τον σχετικό πίνακα κάνοντας μια απλή αναζήτηση στο internet.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα υπνωτικά που αναφέρονται παραπάνω, τα οποία προκαλούν επίσης εξάρτηση και ανοχή με αποτέλεσμα μετά από κάποιο καιρό είτε να χρειάζεται ο ασθενής μεγαλύτερη δόση για να πετύχει το ίδιο αποτέλεσμα, είτε μετά την διακοπή τους να επανεμφανίζεται η αυπνία σε πιο σοβαρή μορφή, ένα φαινόμενο που στην διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται ως “rebound insomnia”, δηλαδή αυπνία που επανέρχεται δριμύτερη μετά την διακοπή του φαρμάκου.

Σήμερα δεν υπάρχει λόγος χορήγησης εθιστικών φαρμάκων για την αυπνία, γιατί υπάρχουν στην ψυχιατρική απολύτως ασφαλή και αποτελεσματικά φάρμακα, τα οποία δεν προκαλούν εθισμό.

Σε βοήθησε αυτό το άρθρο;

Αυτή η σελίδα δεν παρέχει ιατρικές συμβουλές. Δες περισσότερα.