Καταρράκτης

Πληροφορίες για τον καταρράκτη

Τι είναι ο καταρράκτης

Καταρράκτης είναι η θόλωση του φυσικού φακού του οφθαλμού. Ανάλογα με τη θέση της θόλωσης και το είδος του καταρράκτη επηρεάζεται σε μικρό ή μεγάλο βαθμό η οπτική ικανότητα των πασχόντων κι η δυνατότητα επιτέλεσης βασικών καθημερινών τους ασχολιών. Αν δεν αντιμετωπιστεί η πάθηση μπορεί να οδηγήσει σε τύφλωση.

Που οφείλεται ο καταρράκτης

Ο καταρράκτης σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό είναι προϊόν εκφυλιστικής αλλοίωσης του φακού λόγω της ηλικίας.Περίπου το 70% ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών έχει ή θα εμφανίσει γεροντικό καταρράκτη.

Όμως υπάρχουν και περιπτώσεις που η θόλωση του φακού εμφανίζεται και σε νεώτερα άτομα. Εκεί ο καταρράκτης μπορεί να είναι:

  • Φλεγμονώδους αιτιολογίας (από ραγοειδίτιδα, ιριδοκυκλίτιδα ή άλλες οφθαλμικές παθήσεις)
  • Φαρμακευτικής αιτιολογίας (από μακρά χρήση φαρμάκων όπως κορτιζόνης)
  • Τοξικής αιτιολογίας (από παρατεταμένη ηλιοέκθεση)
  • Δευτεροπαθούς αιτιολογίας από συστηματικές παθήσεις (Σακχαρώδη διαβήτη, υπερλιπιδαιμία)
  • Τραυματικής αιτιολογίας (από παλαιότερο τραύμα οφθαλμού)
  • Συγγενούς αιτιολογίας (σπάνια) σε βρέφη.

Συμπτώματα του καταρράκτη

Οι περισσότεροι ασθενείς με καταρράκτη παραπονιούνται για:

  • Θολή, ομιχλώδη ή συγκεχυμένη όραση
  • Αλλαγή στην φωτεινότητα ή την ένταση των χρωμάτων (ξεθώριασμα)
  • Δυσκολία στην βραδινή οδήγηση (φωτοστέφανα γύρω από φώτα)
  • Φωτοευαισθησία ή ενόχληση σε έντονη ηλιοφάνεια
  • Συχνές αλλαγές στους βαθμούς των γυαλιών (ατελής διόρθωση)
  • Απροσδόκητη βελτίωση κοντινής όρασης ηλικιωμένων σε σχέση με άτομα της ίδιας ηλικίας

vision

Διάγνωση για τον καταρράκτη

Για τη διάγνωση του καταρράκτη απαιτείται πλήρης οφθαλμολογική εξέταση, που τυπικά περιλαμβάνει:

  • εξέταση στη σχισμοειδή λυχνία
  • εκτίμηση της μέγιστης οπτικής οξύτητας με ή χωρίς διαθλαστική διόρθωση
  • μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης
  • βυθοσκόπηση υπό μυδρίαση.

Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθούν κι ειδικές διαγνωστικές εξετάσεις για τη συνεκτίμηση άλλων συνοδών οφθαλμικών παθήσεων ή συστηματικών νόσων.

Πρόληψη κατά του καταρράκτη

Για την πρόληψη κατά του καταρράκτη δεν υπάρχουν συγκεκριμένες οδηγίες που πρέπει να ακολουθηθούν, αφού δεν είναι απολύτως εξακριβωμένο τι τον προκαλεί.

Ωστόσο, διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι μπορούμε να καθυστερήσουμε την εξέλιξή του καταρράκτη με προληπτικά μέσα όπως:

  • Αποφυγή της παρατεταμένης ηλιοέκθεσης και χρήση πιστοποιημένων γυαλιών ηλίου με επαρκή προστασία από την υπεριώδη ακτινοβολία
  • Διακοπή του καπνίσματος
  • Διατήρηση του σωματικού βάρους σε χαμηλά όρια κιλών με σωματική άσκηση κι ισορροπημένη δίαιτα που να περιλαμβάνει λαχανικά και φρούτα (δηλαδή φυσικές πηγές βιταμινών και θρεπτικών αντιοξειδωτικών ουσιών)
  • Ρύθμιση άλλων συνοδών προβλημάτων υγείας που επιταχύνουν την πρόοδο του καταρράκτη π.χ. του σακχαρώδη διαβήτη, της υπερλιπιδαιμίας κα
  • Αποφυγή μακροχρόνιας λήψης φαρμάκων που επιταχύνουν τη θόλωση του φακού (πχ. κορτιζόνης, αντισυλληπτικών, αντιαρρυθμικών κα)

Μετά τα 60 έτη, όπου συνήθως η βλάβη επιταχύνεται, η ετήσια οφθαλμολογική εξέταση είναι επιβεβλημένη ώστε ο θεράπων ιατρός να υποδείξει τον κατάλληλο χρόνο για την εκτέλεση της επέμβασης με ασφάλεια και μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας.

Κατάλληλο χρονικό διάστημα για την επέμβαση καταρράκτη

Ο καταρράκτης συνήθως αρχίζει σαν μια μικρή υποκλινική θόλωση του φακού που προοδευτικά μεγαλώνει και τελικά γίνεται πυκνότερος. Η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει μήνες ή ακόμα και χρόνια. Ο χρόνος της επέμβασης επιλέγεται από τον ασθενή πάντα σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό του.

Η παλιότερη θεωρία ότι ο καταρράκτης πρέπει να ωριμάσει για να αφαιρεθεί ο φακός, έχει σήμερα εγκαταλειφθεί αφού ένας προχωρημένος (ώριμος) καταρράκτης είναι ιδιαίτερα σκληρός / πυκνός και δυσκολεύει ή συχνά θέτει σε κίνδυνο επιπλοκών την ασφαλή ολοκλήρωση της επέμβασης. Άλλωστε, ένας πολύ πυκνός καταρράκτης καθιστά σχεδόν αδύνατη τη μελέτη του βυθού από τον οφθαλμίατρο ή συχνά επικαλύπτει συμπτώματα άλλων σοβαρών παθήσεων του βυθού (πχ ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας ή διαβητικές αλλοιώσεις) που αποδιδόμενα λανθασμένα στη θόλωση του φακού μπορούν να υποκρύψουν δυσάρεστες, μη αναστρέψιμες, καταστάσεις για την όραση (γλαύκωμα, αιμορραγία, αποκόλληση, τύφλωση).

Ο εξειδικευμένος οφθαλμίατρος, με την πλήρη κλινική εξέταση, προσδιορίζει την αιτία, το είδος, τη θέση και την εξέλιξη της θολερότητας του φακού, ή ακόμα εντοπίζει άλλα συνοδά οφθαλμολογικά προβλήματα με παρόμοια συμπτωματολογία. Μέσα από τη συλλογή στοιχείων του ατομικού ιστορικού του ασθενούς ελέγχει τη γενική κατάσταση της υγείας του, σκιαγραφεί το εργασιακό και κοινωνικό προφίλ του (συνήθειες, μόρφωση, εργασιακές απαιτήσεις κα) και εκτιμά τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της βλάβης στην καθημερινότητά του, ώστε να του προτείνει το χρόνο που εκείνος θεωρεί καταλληλότερο ώστε να χειρουργήσει με ασφάλεια και καλές πιθανότητες επιτυχίας το περιστατικό.

Γενικά, ο καταρράκτης χειρουργείται όταν η θόλωση του φακού επηρεάζει σημαντικά τις καθημερινές δραστηριότητες του πάσχοντος (εργασία, διάβασμα, οδήγηση, περπάτημα κα) κι εφόσον η γενική κατάσταση της υγείας του το επιτρέπει.

Είναι σοβαρή επέμβαση η αφαίρεση του καταρράκτη;

Η αφαίρεση του καταρράκτη είναι η πιο συχνή χειρουργική επέμβαση στην ιατρική και θεωρείται αρκετά ασφαλής όταν διεξάγεται από έμπειρο χειρουργό οφθαλμίατρο σε άρτια εξοπλισμένο & αποστειρωμένο χειρουργικό περιβάλλον (ποσοστό επιτυχίας χωρίς επιπλοκές περίπου στο 97% των περιπτώσεων). Όμως δεν παύει να είναι μια χειρουργική επέμβαση που, όπως όλες, μπορεί να εγκυμονεί, έστω και σπάνια, μικρούς ή μεγάλους κινδύνους. Η συμμόρφωση του ασθενούς στις ιατρικές συστάσεις αλλά κι η συστηματική του παρακολούθηση είναι επιβεβλημένη.

Πώς αφαιρείται ο καταρράκτης

Ήδη από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας η αφαίρεση του καταρράκτη γίνεται με τη μέθοδο της φακοθρυψίας δια μικρής τομής (<2mm). Η τεχνική αυτή χρησιμοποιεί ειδικό μηχάνημα παραγωγής υπερήχων για το θρυμματισμό του θολωμένου φυσικού φακού σε μικρά τεμάχια. Ακολουθεί η αφαίρεση κι η έκπλυση των τεμαχιδίων του φακού αλλά και των περιφακικών μαζών του με τη βοήθεια υγρών κι αντλίας αναρρόφησης.

Στο τέλος της διαδικασίας γίνεται ένθεση ειδικού διαυγούς συνθετικού ενδοφακού στη θέση του αφαιρεθέντος, η διοπτρική ισχύς του οποίου έχει προϋπολογιστεί προεγχειρητικά με ειδική εξέταση (βιομετρία), ώστε να εξασφαλίζει την καλύτερη δυνατή μακρινή ή κοντινή όραση του ασθενούς μετεγχειρητικά.

Η επέμβαση είναι πρακτικά ανώδυνη, γίνεται σε οργανωμένο άσηπτο χειρουργικό περιβάλλον, με τοπική νάρκωση (αναισθητικές σταγόνες) και συνήθως ολοκληρώνεται χωρίς να είναι απαραίτητη η χρήση ραμμάτων για τη σύγκλειση της τομής. Διαρκεί 15-20 λεπτά και δεν απαιτεί παραμονή (νοσηλεία) του ασθενούς σε Νοσοκομειακό περιβάλλον.

Αν και η φακοθρυψία είναι η πλέον εξελιγμένη τεχνική εξαίρεσης του καταρράκτη, στις μέρες μας δοκιμάζονται κάποια μηχανήματα ακτινών laser, είτε για τη διενέργεια των βασικών τομών της επέμβασης είτε και για τον θρυμματισμό του φακού, όμως αυτά δεν χρησιμοποιούνται ευρέως.

Συνήθης μετεγχειρητική πορεία και εξέλιξη του καταρράκτη

Μετά την επέμβαση, το χειρουργημένο μάτι για λόγους ασφαλείας παραμένει κλειστό για 12 περίπου ώρες μέχρι να ελεγχθεί μετεγχειρητικά από το χειρουργό. Στη συνέχεια παραμένει ανοιχτό χωρίς γάζες κι ενσταλάζονται σ’ αυτό ειδικά κολλύρια (αντιβιοτικά, αντιφλεγμονώδη) για είκοσι περίπου ημέρες. Για το ίδιο διάστημα δίνονται κάποιες βασικές συστάσεις στον ασθενή σχετικά με την καθαριότητα της περιοχής, την αποφυγή μολυσματικών/ερεθιστικών παραγόντων και τον προσωρινό περιορισμό βαριών σωματικών εργασιών που απαιτούν σκύψιμο ή σφίξιμο.

Τις πρώτες δύο με τρεις ημέρες φυσιολογικά υπάρχει μια ήπια θολερότητα της όρασης ή και ένας ελαφρύς ερεθισμός (ερυθρότητα ή αίσθημα ξένου σώματος). Τα συμπτώματα αυτά σταδιακά εξαφανίζονται από την πρώτη κιόλας εβδομάδα επιτρέποντας στον ασθενή να επιστρέψει σχεδόν άμεσα στην καθημερινότητά του.

Η αποκατάσταση της όρασης αρχίζει ήδη από τις πρώτες ώρες μετά την επέμβαση και μεγιστοποιείται περίπου στις 20 ημέρες. Στην τυπική περίπτωση διόφθαλμης βλάβης κι εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, η επέμβαση δε γίνεται ταυτόχρονα και στους δύο οφθαλμούς αλλά συνήθως μεσολαβεί ένα διάστημα 7-15 ημερών μεταξύ των δύο επεμβάσεων. Ο θεράπων ιατρός μπορεί να συνταγογραφήσει διορθωτικά γυαλιά (αν κι εφόσον χρειάζεται) περίπου ένα μήνα από την επέμβαση.

Η κατάλληλη ειδικότητα

Ο κατάλληλος γιατρός για το καταρράκτη είναι ο Οφθαλμίατρος

Κλείστε ραντεβού με Οφθαλμίατρο 

 

WP Glossary Term Usage