Ο ρόλος των προβιοτικών στην υποτροπιάζουσα κολπίτιδα

ypotropiazousa-kolpitida

Η υποτροπιάζουσα κολπίτιδα αποτελεί ένα συχνό αλλά σοβαρό πρόβλημα στη ζωή της σύγχρονης γυναίκας.

Δες ακόμα: Οι κολπίτιδες του καλοκαιριού και η έγκαιρη πρόληψή τους, για διακοπές χωρίς… ταλαιπωρία

Η πλημμελής αντιμετώπισή της πρωτοεμφανιζόμενης κολπίτιδας αποτελεί τη συχνότερη αιτία επανεμφάνισής της. Η κολπίτιδα μπορεί να οφείλεται σε βακτήρια, μύκητες ή πρωτόζωα ή και σε συνδυασμό αυτών, με κυριότερα συμπτώματα το αίσθημα κνησμού, καύσου καθώς και την παρουσία αυξημένων ή και δύσοσμων κολπικών εκκρίσεων.

Η υποτροπιάζουσα κολπίτιδα μπορεί να έχει ως αιτία μια διαταραχή της φυσιολογική χλωρίδας του κόλπου. Οι γαλακτοβάκιλοι είναι μικροοργανισμοί της φυσιολογικής χλωρίδας του κόλπου πού παράγουν γαλακτικό οξύ και συμβάλουν στη διατήρηση του φυσιολογικού pH του κόλπου.­

Η συχνή και άκαιρη λήψη αντιβιοτικής αγωγής, η  χαμηλή συγκέντρωση κολπικών οιστρογόνων λόγω εμμηνόπαυσης αλλά και η παρουσία παθολογικών μικροοργανισμών μπορεί να ελαττώσει σημαντικά τη συγκέντρωση των γαλακτοβακίλων, καθιστώντας το κολπικό επιθήλιο ευάλωτο σε διάφορους παθογόνους μικροοργανισμούς.

Συγκεκριμένα, η μυκητιασική κολπίτιδα είναι μια λοίμωξη του κόλπου και του αιδοίου που προκαλείται από υπερβολική ανάπτυξη μυκήτων με συνηθέστερη την Candida albicans. Μικρές συγκεντρώσεις μυκήτων μπορεί να βρίσκονται φυσιολογικά στον κόλπο χωρίς να προκαλούν λοίμωξη.

Η αύξηση όμως της συγκέντρωσής τους εξαιτίας της μειωμένης άμυνας του οργανισμού ή μιας διαταραχής της φυσιολογικής χλωρίδας του κόλπου μπορεί να προκαλέσει τη λοίμωξη. Η σεξουαλική επαφή μπορεί να ενοχοποιηθεί αλλά δεν είναι η συχνότερη αιτία.

kolpitida-sthn-efhveia

Η βακτηριακή κολπίτιδα οφείλεται σε πολλούς ταυτόχρονα μικροοργανισμούς με συχνότερο την Gardnerella vaginalis. Στην πραγματικότητα η βακτηριακή κολπίτιδα είναι ένας μαζικός αποικισμός του κόλπου από διάφορα μικρόβια.

Αρκετές γυναίκες δεν έχουν συμπτώματα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις το κολπικό έκκριμα είναι γκριζόλευκο με δυσάρεστη οσμή ψαριού. Θεωρείται σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα και συχνά συνυπάρχει με τριχομοναδική ή μυκητιασική κολπίτιδα.

Η τριχομονάδα αποτελεί ένα αναερόβιο πρωτόζωο που εντοπίζεται περίπου στο 20% των γυναικών, χωρίς να δίνει συμπτώματα κολπίτιδας. Όταν εμφανιστεί τριχομοναδική κολπίτιδα, παρατηρείται λεπτόρρευστη δύσοσμη έκκριση, κιτρινοπράσινου χρώματος, συχνά αφρώδης που συνοδεύεται από ερυθρότητα.

Η διάγνωση των κολπικών λοιμώξεων γίνεται έπειτα από γυναικολογική εξέταση. Ο ιατρός εισάγει έναν κολποδιαστολέα και λαμβάνει με ειδικό στειλεό δείγμα από το κολπικό και τραχηλικό έκκριμα. Στη συνέχεια το δείγμα στέλνεται στο εργαστήριο για μικροσκοπική εξέταση και καλλιέργεια.

Η θεραπεία των λοιμώξεων του κόλπου θα πρέπει να είναι στοχευμένη (αντιβιόγραμμα/μυκητιόγραμμα) και κάτω από της οδηγίες εξειδικευμένου γυναικολόγου. Ο έλεγχος του συντρόφου μπορεί να είναι απαραίτητος σε αρκετές περιπτώσεις. Η χρήση αντιμικροβιακής θεραπείας χωρίς λόγο θα πρέπει να αποφεύγεται καθώς μπορεί να καταστρέψει τη φυσιολογική κολπική χλωρίδα.

Σε αρκετές περιπτώσεις η χρήση πρεβιοτικών και προβιοτικών σε συνδυασμό με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή μπορεί να είναι απαραίτητη για την ορθή αντιμετώπιση της υποτροπιάζουσας κολπίτιδας.

Τα πρεβιοτικά αποτελούν φυτικές ίνες που ενισχύουν την ταχεία ανάπτυξη των προβιοτικών, ενώ τα προβιοτικά αποτελούν ζωντανούς μικροοργανισμούς που βοηθούν στη ρύθμιση του pH του κόλπου. Η χρήση προβιοτικών ενισχύει τον πληθυσμό των γαλακτοβακίλλων και συμβάλει σημαντικά στην εκρίζωση της υποτροπιάζουσας κολπίτιδας.

Σε βοήθησε αυτό το άρθρο;

Αυτή η σελίδα δεν παρέχει ιατρικές συμβουλές. Δες περισσότερα.