Site icon Doctoranytime Blog

Θέλω να μιλήσω σε έναν ψυχολόγο, αλλά φοβάμαι πως θα εκτεθώ…

psuxologos

Όλο και περισσότερο ακούω ανθρώπους να μου λένε ότι θα ήθελαν πολύ να μιλήσουν σε έναν ψυχολόγο και ότι νιώθουν ότι χρειάζονται βοήθεια, αλλά φοβούνται την έκθεση.

Δες ακόμα: Παιδικό ψυχικό τραύμα: ποια είναι τα χαρακτηριστικά του και πώς αντιμετωπίζεται

Αυτό που μου κάνει περισσότερη εντύπωση όταν το ακούω αυτό είναι ότι όπως λένε δεν φοβούνται την έκθεση στον ψυχολόγο αλλά στον ίδιο τους τον εαυτό.

Έτσι πήρα την απόφαση να γράψω αυτό το μικρό κείμενο ώστε να εξηγήσω κάποιες παρανοήσεις που πιθανόν υπάρχουν σε σχέση με την συνάντηση με έναν ψυχολόγο, ώστε να κάνω ίσως πιο εύκολο το πεδίο σε αυτούς τους ανθρώπους που έχουν αυτή την δυσκολία.

Η πρώτη παρανόηση πιστεύω ότι είναι η γενική άποψη ότι στον ψυχολόγο τα λέμε όλα και ότι είναι ένα είδος εξομολόγησης.

Αυτή η άποψη μάλλον προέρχεται από την κλασσική ψυχανάλυση, αλλά σίγουρα δεν αφορά τις συνεδρίες με όλους τους ψυχολόγους και γενικά τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

Στον ψυχολόγο λέμε μόνο ότι εμείς θέλουμε να πούμε και μπορούμε να κρατήσουμε κάποια πράγματα για τον εαυτό μας και να μην τα αποκαλύψουμε ποτέ ή να μιλήσουμε για αυτά όταν εμείς νιώθουμε ότι μπορούμε να το κάνουμε αυτό. Ακόμη μπορούμε να πάμε σε έναν ψυχολόγο και να μιλήσουμε για ένα τρέχον θέμα που μας δυσκολεύει ή για μία πλευρά του εαυτού μας που θέλουμε να εξελίξουμε και όταν η δουλειά για αυτό το θέμα τελειώσει να τελειώσει και η συνεργασία μας με τον ψυχολόγο.

Ένας ψυχολόγος δεν κάνει ανάκριση και ούτε επιδιώκει να αποσπάσει πληροφορίες που ο πελάτης του δεν θέλει να μοιραστεί.

Μάλιστα εγώ τουλάχιστον επιδιώκω να έρχονται σιγά σιγά οι πληροφορίες από τον συμβουλευόμενο μου ώστε να μην νιώσει ότι εκτίθεται ή ότι προχωράμε πιο γρήγορα από όσο εκείνος μπορεί να επεξεργαστεί και να αντέξει.

Η δεύτερη παρανόηση έχει σχέση με την γνώμη ότι όποιος πηγαίνει σε έναν ψυχολόγο για βοήθεια είναι αδύναμος να διαχειριστεί τη ζωή του, οπότε αυτό φέρνει τους ανθρώπους αντιμέτωπους με πολλά ερωτήματα σε σχέση με τον εαυτό τους και την δυνατότητα τους να τα καταφέρνουν.

Αυτή η σκέψη νομίζω σχετίζεται πολύ με το ότι υπάρχει φόβος πως θα εκτεθούν απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό και γι αυτό δεν πάνε στον ψυχολόγο.

Κατά την δική μου τουλάχιστον οπτική σε σχέση με τη ζωή το να ζητάει κανείς βοήθεια είναι μια ικανότητα που τον βοηθάει να επιβιώνει σε περιόδους και συνθήκες δύσκολες αλλά και να ζει με μια ποιότητα σε περιόδους ευνοϊκές.

Νομίζω ότι αν κάποιος μπορέσει να ξεφύγει από αυτό το βάσανο του πρέπει να είμαι δυνατός και να τα καταφέρνω πάντα μόνος μου έχει κάνει τη μισή δουλειά από μόνος του σε σχέση με το βοηθήσει τον εαυτό του.

Επίσης για να είμαι και ειλικρινής η δουλειά με τον ψυχολόγο έχει να κάνει με πολύ προσωπική προσπάθεια και δουλειά εσωτερική παρά με μια βοήθεια εξωτερική που θα την δώσει κάποιος και θα την πάρει αυτούσια κάποιος άλλος.

Ο ψυχολόγος δηλαδή θα κάνει τις κατάλληλες ερωτήσεις, θα βοηθήσει να εστιάσει ο συμβουλευόμενος σε κάτι που πριν δεν έδινε και τόση σημασία, μπορεί να δώσει και μερικές άλλες οπτικές, να προωθήσει έναν πιο συγκροτημένο διάλογο, μπορεί να κάνει και μερικές προτάσεις, άλλα πάντα μα πάντα τις αποφάσεις και την εσωτερική διεργασία την κάνει ο συμβουλευόμενος.

Μια άλλη παρανόηση είναι ότι όταν έχουμε μια δυσκολία με τον εαυτό μας μπορούμε να κάνουμε σαν αυτή η δυσκολία να μην υπάρχει. Ότι δηλαδή μπορούμε να το κρύβουμε από τον εαυτό μας και έτσι δεν θα μας ταλαιπωρεί πια.

Δυστυχώς έχω άσχημα νέα καθώς ακόμα και αν δεν σκεφτόμαστε το επίμαχο θέμα σε ένα επίπεδο συνειδητό, το θέμα αυτό τρέχει και προσπαθεί να μπει σε επεξεργασία στο παρασκήνιο.

Έτσι αρχίζουμε και εμφανίζουμε στρες και διάφορα συμπτώματα που απορρέουν από αυτό, βλέπουμε εφιάλτες γιατί ο εγκέφαλος μας συνεχίζει να σκέφτεται ακόμη και όταν κοιμάται και πολλές φορές δεν μπορούμε καν να κοιμηθούμε.

Μπορώ να γράψω και άλλα πολλά που φέρνει η αποφυγή των δύσκολων θεμάτων, αλλά θα περιοριστώ σε αυτά, για να καταλήξω στο ότι τελικά φαίνεται ότι δεν υπάρχει λόγος ουσιαστικός στο να ακολουθεί κάποιος αυτή την τακτική, αφού στο τέλος το θέμα μόνο του βρίσκει τρόπο να κάνει αισθητή την παρουσία του.

Μια άλλη γνώμη που θα ήθελα να μιλήσω για αυτήν είναι ότι κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν ότι είναι πιο ασφαλές γι αυτούς να μιλήσουν σε έναν φίλο τους και ότι στον ψυχολόγο πάνε όσοι δεν έχουν φίλους για να μιλήσουν για τα προβλήματα τους. Από την εμπειρία μου έχω διαπιστώσει ότι τελικά στον ψυχολόγο πάνε οι άνθρωποι που έχουν φίλους, οικογένεια, συγγενείς, πάνε επίσης και εκείνοι που δεν έχουν αλλά και στις δύο αυτές περιπτώσεις θέλουν να μιλήσουν με κάποιον που θα τους βοηθήσει να δουν κάτι διαφορετικό.

Επίσης είναι διαφορετικό το να μιλήσεις με κάποιον που δεν ξέρει προσωπικά το περιβάλλον σου, είναι επαγγελματίας και δεσμεύεται θεσμικά με το απόρρητο και διαφορετικό το να μιλήσεις σε κάποιον φίλο σου που εμπλέκεται φυσικά και συναισθηματικά στις υποθέσεις σου. Με λίγα λόγια πέρα από την επαγγελματική και επιστημονική βοήθεια που μπορεί να σου προσφέρει με τις γνώσεις του ένας ψυχολόγος είναι και το περιβάλλον της ίδιας της συνάντησης που είναι πιο ασφαλές και φιλικό για κάποιον.

Έχω την εντύπωση ότι ένα ακόμη επιχείρημα για να μην πάει κάποιος σε έναν ψυχολόγο αν και νιώθει ότι χρειάζεται μια τέτοια βοήθεια είναι ότι έχει κάτι πολύ σοβαρό και ντροπιαστικό να πει, είναι αυτό που τον/την δυσκολεύει αλλά ντρέπεται μπροστά σε έναν άλλο άνθρωπο να μιλήσει γι αυτό.

Ακόμη μπορεί και να φοβάται ότι ο ψυχολόγος θα τον κατακρίνει ή θα του μιλήσει απαξιωτικά, ότι θα του πει ότι έκανε λάθος. Θα ήθελα να πω σε όποιον ή όποια νιώθει έτσι ότι όλοι οι άνθρωποι ακόμη και οι ψυχολόγοι έχουν έναν ή περισσότερους λόγους που τους έχουν κάνει να νιώσουν ντροπή.

Η ντροπή όμως είναι μία αμφιλεγόμενη έννοια, εγώ είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι είναι ένα συναίσθημα που κανείς άνθρωπος δεν θα «έπρεπε» να αφήνεται από τους γύρω του να νιώθει. Νομίζω ότι είναι γενικά ανάμεσα στους ψυχολόγους διαδεδομένη η έννοια της αποδοχής του συμβουλευόμενου όπως είναι, όπως και αποδοχής των επιλογών του/της.

Εκτός δηλαδή από ακραίες περιπτώσεις κυρίως βίας οι επιλογές και οι απόψεις των ανθρώπων γίνονται αποδεχτές, όπως και η διαφορετικότητα τους, οπότε δεν υπάρχει κάποιος λόγος να ντρέπεται ή να φοβάται ότι θα κατακριθεί κανείς.

Τώρα όσον αφορά τις περιπτώσεις βίας, η βία που συνεχίζει να υπάρχει και να εφαρμόζεται από τον συμβουλευόμενο αυτό είναι κάτι που δεν γίνεται αποδεκτό και μάλιστα αν κινδυνεύει η ζωή κάποιου ο ψυχολόγος είναι υποχρεωμένος να σπάσει το απόρρητο και να μιλήσει στις αρχές όπως το ορίζουν οι νόμοι και ο κώδικας δεοντολογίας των ψυχολόγων.

Ένα ακόμη θέμα έχει να κάνει με το ότι κάποιος πιστεύει ότι ο ψυχολόγος θα βρει ότι έχει ένα σοβαρό πρόβλημα που πολύ απλοϊκά η κοινωνία θα ανέφερε ως «τρελός». Ο φόβος της τρέλας λοιπόν είναι κάτι που εμποδίζει τους ανθρώπους από το να πάρουν απόφαση να αντιμετωπίσουν αυτό που τους ταλαιπωρεί.

Ο όρος αυτός πέρα του ότι δεν έχει κάποια επιστημονική βάση πλέον, όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια υπάρχει από τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας μια στροφή προς την υγεία. Δηλαδή πολλοί συνάδελφοι όπως και εγώ βλέπουμε την υγεία και την ασθένεια ως ένα συνεχές πάνω στο οποίο όλοι οι άνθρωποι πότε βρίσκονται στο ένα σημείο και πότε μετακινούνται πάνω στο συνεχές σε ένα άλλο σημείο.

Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι βλέπουμε τα συμπτώματα ως έναν τρόπο που βρήκε από μόνος του ο άνθρωπος για να αντιμετωπίσει το δύσκολο θέμα, αυτός ο τρόπος μπορεί να λειτουργούσε για κάποια χρόνια όμως τώρα δεν λειτουργεί πια ή γυρίζει εναντίον του ανθρώπου (όταν η λύση γίνεται το πρόβλημα).

Έτσι θα ήταν χρήσιμο για αυτόν τον άνθρωπο να βρει έναν καινούριο πιο βοηθητικό και σταθερό τρόπο για να απαλλαγεί από τα συμπτώματα και τις δυσκολίες. Είναι μια στάση αυτή το να βλέπεις θετικά τους ανθρώπους και να μην τους βλέπεις σαν αρρώστους και αδύναμους αλλά να εστιάζεις στο πόσα τελικά έχουν καταφέρει παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια.

Πιστεύω ότι μπορεί να υπάρχουν και άλλα επιχειρήματα που δεν έχω ακούσει ή δεν έχω σκεφτεί οπότε αν κάποιος σκέφτεται και κάτι άλλο μπορεί να μου γράψει τη σκέψη του σε ένα e-mail και να επεκτείνω το άρθρο με την δυνατότητα μου ή την αδυναμία μου να απαντήσω στο ερώτημα που μου θέτει. Κλείνω λοιπόν αυτό το άρθρο συνοψίζοντας εφτά σημεία που μπορεί να κρατήσει κάποιος από αυτό το άρθρο:

Exit mobile version