Σύγχρονη αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης

osteoporwsi

Η οστεοπόρωση είναι μια  νόσος του σκελετού που χαρακτηρίζεται από μειωμένη οστική αντοχή. Οφείλεται σε μείωση της οστικής πυκνότητας αλλά και σε αλλοίωση της μικρο-αρχιτεκτονικής του οστού, με αποτέλεσμα αυξημένη ευθραυστότητα και αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων.

Δες ακόμα: Παχυσαρκία και οστεοαρθρίτιδα γόνατος

Η οστεοπόρωση εμφανίζεται συνήθως στις γυναίκες συνήθως, μετά την εμμηνόπαυση, όταν αρχίζει η οστική αραίωση. Στην συνέχεια, τα πρώτα έτη μετά την εμμηνόπαυση,  η απώλεια της οστικής μάζας γίνεται εντονότερη, με ρυθμό που σε άλλες γυναίκες είναι ταχύς και σε άλλες βραδύς.

Χαμηλή οστική πυκνότητα όμως, μπορεί να εμφανίσουν και γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση, άνδρες ακόμα και παιδιά ή έφηβοι σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις. Επίσης, η συνεχής λήψη ορισμένων φαρμάκων, όπως η κορτιζόνη, ή διάφορα χρόνια νοσήματα, προκαλούν την λεγόμενη δευτεροπαθή οστεοπόρωση.

Τα άτομα αυτά ανεξάρτητα από την ηλικία  και το φύλο τους πρέπει να ελέγχονται και να υποβάλλονται σε θεραπεία. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο αναγνωρίζεται ότι η οστεοπόρωση αφορά και τους άνδρες.

Πολύ γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι εμφανίζεται στις μεγαλύτερες ηλικίες ως γεροντική οστεοπόρωση ενώ στις νεότερες ηλικίες σχετίζεται με παθολογικά προβλήματα, κυρίως υπογοναδισμό, είτε με την λήψη φαρμάκων.

Με ειδικά μηχανήματα οστικής πυκνομετρίας μπορεί να γίνει μέτρηση της οστικής πυκνότητας. Με αυτήν την εξέταση συγκρίνεται η τιμή του εξεταζόμενου με εκείνη ενός υγιή νεαρού ενήλικα και εκφράζεται αριθμητικά το T-score.  Αυτός ο αριθμός εκφράζει πόσες μονάδες διαφορά έχει η πυκνότητα των οστών του εξεταζομένου σε σχέση με το φυσιολογικό. Σύμφωνα λοιπόν με αυτές τις μετρήσεις, οστεοπενία έχει όποιος εμφανίζει τιμές -1,5 έως -2,5, ενώ οστεοπόρωση όποιος βρίσκεται με τιμές πιο κάτω από το -2,5.  Όταν υπάρχει κάταγμα ευθραυστότητας τότε αυτό υποδεικνύει εγκατεστημένη οστεοπόρωση.

Όταν υπάρχει μειωμένη οστική αντοχή λόγω της οστεοπόρωσης υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί κάταγμα σε κάποιο σημείο του σκελετού με την άσκηση μικρής βίας, όπως για παράδειγμα μετά από πτώση από όρθια θέση ή μετά από έντονη μυϊκή προσπάθεια. Επειδή όμως η οστική αντοχή που καθορίζει και την επικινδυνότητα για κάταγμα δεν εξαρτάται μόνο από την οστική πυκνότητα αλλά και από άλλες παραμέτρους, που σχετίζονται με την ποιότητα των οστών, έχουν  παρατηρηθεί αρκετές περιπτώσεις ασθενών που έπαθαν  κάταγμα με σχετικά μικρή βία ενώ η οστική τους μέτρηση έδειξε οστεοπενία.

Γι αυτό και οι ασθενείς με οστεοπενία δεν πρέπει να εφησυχάζουν αλλά αντίθετα πρέπει να αξιολογούνται ως προς τους παράγοντες κινδύνου που έχουν για να πάθουν ένα μελλοντικό κάταγμα. Τα οστεοπορωτικά κατάγματα, ιδίως στην περιοχή του ισχίου και του καρπού, είναι αρκετά σοβαρά και συνήθως για την αντιμετώπισή τους χρειάζεται  χειρουργική επέμβαση.

Το πρόβλημα είναι ό η οστεοπόρωση είναι μια σιωπηλή νόσος και δεν προειδοποιεί με κάποια συμπτώματα. Έτσι το κάταγμα αποτελεί συχνά την πρώτη εκδήλωση της νόσου.

Η αντιμετώπιση ενός οστεοπορωτικού κατάγματος χρειάζεται την φροντίδα του ορθοπαιδικού και η θεραπεία μπορεί να είναι συντηρητική ή χειρουργική ανάλογα με το είδος, τη βαρύτητα και την εντόπιση του κατάγματος.  Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι ο ασθενής που έχει υποστεί ένα οστεοπορωτικό κάταγμα, έχει αυξημένη πιθανότητα για επόμενα κατάγματα. Γι αυτό το λόγο είναι επιβεβλημένη η αντιμετώπιση με συστηματικό τρόπο της οστεοπόρωσης, η οποία και είναι η κύρια υπεύθυνη για την πρόκληση του κατάγματος του.

Οι γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, αλλά και οι άντρες μετά τα 65 έτη, πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό τους για τις ειδικές εξετάσεις που υπάρχουν για την διάγνωση της οστεοπόρωσης. Δεν αρκεί η μέτρηση της οστικής πυκνότητας αλλά χρειάζονται και ειδικές βιοχημικές εξετάσεις που δείχνουν εάν πρόκειται για ιδιοπαθή ή δευτεροπαθή οστεοπόρωση και για το αν χρειάζεται θεραπεία ή όχι.

Η πρώτη μέτρηση οστικής πυκνότητας στον γυναικείο πληθυσμό θα πρέπει να γίνεται μετά την εμμηνόπαυση. Ο έλεγχος γυναικών πριν την εμμηνόπαυση θα πρέπει να είναι επιλεκτικός και μόνο όταν ο γιατρός εκτιμά ότι υπάρχουν παράγοντες κινδύνου.

osteoporwsi

Οι παράγοντες που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της οστεοπόρωσης  είναι η πρόωρη εμμηνόπαυση,  το χαμηλό σωματικό βάρος,  η μειωμένη πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D αλλά και οι «κακές» συνήθειες, όπως το κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση καφέ και αλκοόλ καθώς και η απουσία άσκησης.

Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι αλλάζοντας τις καθημερινές συνήθειες, μπορεί να μειωθεί η πιθανότητα εμφάνισης οστεοπόρωσης.

Όλες οι γυναίκες ανεξάρτητα από την ηλικία τους θα πρέπει να φροντίζουν να ενημερώνονται σωστά για το τι σημαίνει οστεοπόρωση και πως μπορούν να την προλάβουν. Ο κύριος στόχος είναι η πρόληψη της νόσου και αυτή αρχίζει από νεαρή ηλικία, με στόχο να αποκτήσει το άτομο τη μεγαλύτερη δυνατή  κορυφαία οστική πυκνότητα.

Με την έννοια αυτή εννοούμε τη μεγαλύτερη τιμή οστικής πυκνότητας που θα φθάσει κάποιος στο τέλος της σκελετικής του ανάπτυξης και ωρίμανσης. Αυτή επέρχεται περίπου στην ηλικία των 25 – 30 ετών. Επιδίωξη κάθε νεαρού ατόμου θα πρέπει να είναι η απόκτηση αυξημένων αποθεμάτων οστού, ώστε να υπάρχουν περιθώρια οστικής απώλειας σε μεγαλύτερη ηλικία και έτσι να είναι μειωμένος  ο κίνδυνος να συμβεί κάποιο οστεοπορωτικό κάταγμα στο μέλλον.

Στα προληπτικά μέτρα που συνιστώνται για την επίτευξη αυτού του στόχου περιλαμβάνονται η  σωστή διατροφή και η σωματική άσκηση, σε συνδυασμό με αποφυγή λήψης αλκοόλ και καπνίσματος, που είναι παράγοντες που βλάπτουν την σκελετική υγεία.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τη λήψη γαλακτοκομικών, την κύρια πηγή ασβεστίου που απαραίτητο για την υγεία των οστών. Απαραίτητη είναι και η βιταμίνη D σε όλες τις ηλικίες και σε όλη την διάρκεια της ζωής μας. Το γάλα, το τυρί και το γιαούρτι δεν θα πρέπει να λείπουν από το καθημερινό μας διαιτολόγιο.

Καλύτερα να προτιμάμε τις μορφές με χαμηλά λιπαρά και να διαλέγουμε αυτά που είναι εμπλουτισμένα με βιταμίνη D. Επίσης θα πρέπει να ξέρουμε το πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η βιταμίνη D στην υγεία τόσο των οστών, όσο και  του μυϊκού συστήματος.

Η κάλυψη των ημερήσιων αναγκών σε βιταμίνη D  γίνεται με την συστηματική και χωρίς υπερβολές έκθεση στον ήλιο (20 με 30 λεπτά χωρίς αντηλιακό) όλο τον χρόνο, μιας και η βιταμίνη αυτή παράγεται από το δέρμα με την επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας. Δυστυχώς ο τρόπος ζωής στις μεγάλες πόλεις πολλές φορές επηρεάζει τόσο τη διατροφή όσο και την συχνή έκθεση στον ήλιο, γι’ αυτό υπάρχουν τα συμπληρώματα διατροφής (ασβεστίου και βιταμίνης D) που χρησιμοποιούνται συνοδευτικά με τη θεραπευτική αγωγή για οστεοπόρωση.

Η επιλογή της θεραπευτικής αγωγής, το πότε πρέπει αυτή να ξεκινήσει, με ποια φάρμακα και για πόσο διάστημα, είναι κάτι που θα πρέπει να το αποφασίσει ο γιατρός ανάλογα με την περίπτωση του κάθε ασθενούς.

Υπάρχουν όμως κάποιοι γενικοί κανόνες. Δηλαδή, θεραπευτική αγωγή χρειάζεται όταν η μέτρηση της οστικής πυκνότητας δείξει τιμές χαμηλότερες των -2,5 μονάδων ή αν υπάρχει ιστορικό προηγούμενου οστεοπορωτικού κατάγματος. Επίσης αν υπάρχει οστεοπενία και παράλληλα συνυπάρχουν πρόσθετοι παράγοντες κινδύνου. Σήμερα υπάρχουν αρκετά φάρμακα για την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης.

Η επιλογή του φαρμάκου γίνεται από τον γιατρό με βάση το ιστορικό, την ηλικία, το φύλο και την βαρύτητα της νόσου. Η χορήγηση αυτών των φαρμάκων μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους. Μπορεί να χορηγηθούν από το στόμα, με υποδόρια ένεση ή με ενδοφλέβια ένεση. Μπορεί να λαμβάνονται κάθε ημέρα, κάθε εβδομάδα, ή και κάθε μήνα αλλά και σε πιο αραιά διαστήματα, δηλαδή κάθε 6 μήνες ή και κάθε χρόνο.

 

 

Σε βοήθησε αυτό το άρθρο;

Αυτή η σελίδα δεν παρέχει ιατρικές συμβουλές. Δες περισσότερα.