Λίγο πριν τον τοκετό

τοκετός

Η επίτοκος πηγαίνει στην κλινική, όταν αρχίσουν οι ωδίνες. Αρχικά, ελέγχουμε το ιστορικό της και στη συνέχεια τους καρδιακούς παλμούς του εμβρύου – και συγκεκριμένα τη συχνότητα και την ποιότητά τους – την προβολή, το σχήμα του καθώς και την πρόοδο της εμπέδωσής του.

Εξετάζουμε αν έχει γίνει ή όχι ρήξη εμβρυϊκών υμένων και ελέγχουμε τη διαστολή του τραχήλου και τη συχνότητα συσπάσεων της μήτρας. Μετράμε την αρτηριακή πίεση της εγκύου. Γίνεται ευπρεπισμός του αιδοίου και υποκλισμός. Εφόσον δεν υπάρχει αντένδειξη, τοποθετείται ορός με ακυτοκίνη σε στάγδην χορήγηση για να πετύχουμε πιο αποτελεσματικές συσπάσεις της μήτρας. Εν συνεχεία γίνεται ενημέρωση της επιτόκου και των συγγενών για τις διαπιστώσεις και την προοπτική του τοκετού.

Η επίτοκος μεταφέρεται στην αίθουσα τοκετών, που θα πρέπει να είναι άριστα εξοπλισμένη και καλά οργανωμένη, προκειμένου να αντιμετωπιστεί με επιτυχία οποιαδήποτε επιπλοκή προκύψει κατά τον τοκετό. Επιβάλλεται ο καρδιοτοκογραφικός έλεγχος, με τον οποίο παρακολουθούμε τους παλμούς του εμβρύου σε συσχετισμό με τις συσπάσεις της μήτρας. Επίσης, παρακολουθούμε συχνά την αρτηριακή πίεση και τις σφίξεις της εγκύου, καθώς και την ποσότητα των ούρων.

Η πρόοδος της διαστολής του τραχήλου ελέγχεται με δακτυλική εξέταση, η οποία καλό είναι να μην επαναλαμβάνεται συχνά, για να αποφεύγεται ο κίνδυνος φλεγμονής και ενόχλησης της εγκύου. Με τον έλεγχο του τραχήλου διαπιστώνουμε αν είναι μαλακός ή σκληρός, αν έχει εξάλειψη, καθώς και το βαθμό διαστολής του και την εμπέδωση ή όχι της κεφαλής του εμβρύου.

Σε περίπτωση τεχνητής ρήξης των εμβρυϊκών υμένων, θα πρέπει να προηγηθεί έλεγχος για το ενδεχόμενο προβολής του ομφάλιου λώρου μεταξύ της προβάλλουσας μοίρας και της πυέλου, για να αποφύγουμε πρόπτωση ομφαλίδος. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στο θέμα της αναλγησίας της εγκύου, όπου η προτεινόμενη λύση είναι η επισκληρίδια αναισθησία. Στο πρώτο στάδιο του τοκετού, αν οι συσπάσεις της μήτρας είναι αραιές και ελαφρές, η διαστολή είναι μικρή και το θυλάκιο άρρηκτο, η επίτοκος μπορεί να μετακινείται στο δωμάτιό της.

Η έγκυος  στην περίοδο της διαστολής του τραχήλου καθοδηγείται στο να μη σφίγγεται και να παίρνει μικρές κοφτές αναπνοές, ενώ συσπάται η μήτρα. Αντίθετα, κατά την περίοδο της εξώθησης, αφού έχει ολοκληρωθεί η διαστολή του τραχήλου, την ενθαρρύνουμε να σφίγγεται σε όλη τη διάρκεια της σύσπασης της μήτρας. Καθώς παίρνει μια βαθιά ανάσα και κρατάει την αναπνοή της, της προτείνουμε να εξωθήσει, ελέγχοντας κάθε φορά τους παλμούς του εμβρύου.

Σε κάθε εξώθηση, το κεφάλι του κατεβαίνει όλο και πιο χαμηλά, ακολουθεί περινεοτομία υπό τοπική αναισθησία για να διευκολυνθεί η έξοδός του από τον κόλπο. Γίνεται υποστήριξη του περινέου και υποβοήθηση της εξόδου του νεογνού. Ακολουθεί περιποίηση και έλεγχός του από νεογνολόγο. Εν συνεχεία αφαιρείται ο πλακούντας, ελέγχεται η ακεραιότητά του, γίνεται μητροσύσπαση για να περιοριστεί η απώλεια αίματος και έλεγχος του τραχήλου και των τοιχωμάτων του κόλπου για τυχόν ύπαρξη ρήξεων. Τέλος, γίνεται συρραφή των ρήξεων που προκλήθηκαν κατά την έξοδο του εμβρύου και της περινεοτομίας κατά στρώματα.

Σε βοήθησε αυτό το άρθρο;

Αυτή η σελίδα δεν παρέχει ιατρικές συμβουλές. Δες περισσότερα.