Κολπική Μαρμαρυγή: διάγνωση και θεραπείες

κολπική μαρμαρυγή

Η κολπική μαρμαρυγή αποτελεί την πιο συχνή αρρυθμία στην κλινική πράξη. Ο επιπολασμός στο γενικό πληθυσμό αυξάνεται με την ηλικία από 0.1% σε άτομα μικρότερα των 55 ετών σε 9% σε άτομα μεγαλύτερα των 80 ετών.

Προδιαθεσικοί παράγοντες

Πέραν της ηλικίας, άλλοι παράγοντες που προδιαθέτουν για κολπική μαρμαρυγή είναι η οργανική καρδιοπάθεια (καρδιακή ανεπάρκεια,  στεφανιαία νόσος,  βαλβιδοπάθειες, συγγενείς καρδιοπάθειες, μυοκαρδιοπάθειες), η αρτηριακή υπέρταση, οι θυρεοειδοπάθειες, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, η υπνική άπνοια, ο σακχαρώδης διαβήτης, η παχυσαρκία, η κατανάλωση καφεΐνης, αλκοολούχων ποτών κ.ά.   Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις εμφάνισης κολπικής μαρμαρυγής, στις οποίες δεν ανευρίσκεται καρδιολογικό ή οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα υγείας (ιδιοπαθής).

Η κολπική μαρμαρυγή μπορεί να εμφανιστεί ως:

  •         Πρωτοεμφανιζόμενη (πρώτο επεισόδιο, μπορεί να είναι παροξυσμική ή εμμένουσα).
  •         Υποτροπιάζουσα (περισσότερα από ένα επεισόδια).
  •         Παροξυσμική (αυτόματη ανάταξη σε φλεβοκομβικό ρυθμό με διάρκεια μικρότερη από 7 ημέρες).
  •         Εμμένουσα (διάρκειας μεγαλύτερης των 7 ημερών, η οποία μπορεί να αναταχθεί αυτόματα, φαρμακευτικά ή ηλεκτρικά).
  •         Μόνιμη (όταν δεν επιχειρήθηκε ή απέτυχε καρδιομετατροπή σε φλεβοκομβικό ρυθμό).
  •         Ιδιοπαθής (lone) (ασθενείς κάτω των 60 ετών χωρίς εμφανή καρδιοπνευμονική νόσο).

Πώς εμφανίζεται η αρρυθμία

Μερικοί άνθρωποι μπορεί να έχουν κολπική μαρμαρυγή, αλλά να είναι τελείως ασυμπτωματικοί. Το συνηθέστερο σύμπτωμα αποτελεί ένα “φτερούγισμα” στο στήθος. Μπορεί, όμως, να εκδηλωθεί με πόνο στο στήθος, ζάλη και γενική αδιαθεσία, συνηθέστερα σε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας και σε καρδιοπαθείς.

Οι εξετάσεις που πρέπει να γίνονται

Η διερεύνηση της αρρυθμίας ξεκινά με την κλινική καρδιολογική εξέταση.  Εν συνεχεία, γίνεται ένα απλό ηλεκτροκαρδιογράφημα, το οποίο θέτει κατά κανόνα τη διάγνωση. Σε περιπτώσεις μόνιμης κολπικής μαρμαρυγής, ένα απλό καρδιογράφημα θέτει τη διάγνωση. Στην παροξυσμική, όμως, μορφή της αρρυθμίας μπορεί να απαιτηθεί η τοποθέτηση  holter ρυθμού (καταγραφέα του ηλεκτροκαρδιογραφήματος για ένα 24ωρο ή περισσότερο). Απαραίτητη, επίσης, εξέταση είναι το υπερηχοκαρδιογράφημα (triplex καρδιας). Θα πρέπει να γίνονται αιματολογικές  εξετάσεις συμπεριλαμβανομένων εξετάσεων για τον θυρεοειδή (έλεγχος θυρεοειδικών ορμονών), αλλά και έλεγχος ηλεκτρολυτών (Κ, Νa). ‘Ατομα με υποψία για στεφανιαία νόσο θα πρέπει να υποβάλλονται σε λειτουργικές δοκιμασίες, όπως δοκιμασία κοπώσεως, σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου κ.ά.

θεραπευτικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση της κολπικής μαρμαρυγής

Στην κολπική μαρμαρυγή, η καρδιά δεν λειτουργεί συγχρονισμένα, με αποτέλεσμα μέσα στις καρδιακές κοιλότητες και ιδιαίτερα στον αριστερό κόλπο της καρδιάς να δημιουργηθούν θρόμβοι αίματος που κάποια στιγμή μπορεί να αποσπαστούν από το τοίχωμα του αριστερού κόλπου, να μπουν στη γενική κυκλοφορία και να προκαλέσουν εμβολικό επεισόδιο συνηθέστερα στον εγκέφαλο (αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) είτε σε οποιαδήποτε άλλη αρτηρία του σώματος. Αντιθρομβωτική αγωγή για την πρόληψη θρομβοεμβολικού επεισοδίου συνιστάται σε όλους τους ασθενείς με CHADS2-VASc score ≥1.

Σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή συνιστάται η μέτρηση της καρδιακής συχνότητας ηρεμίας κι ο έλεγχος της με φάρμακα (β-αποκλειστές και μη-διυδροπυριδινικοί αναστολείς διαύλων ασβεστίου). Νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι ο έλεγχος του ρυθμού σχετίζεται με καλύτερη πρόγνωση. Η επιλογή του φαρμάκου για έλεγχο του ρυθμού εξαρτάται από την υποκείμενη καρδιοπάθεια. Τέλος, η κατάλυση της κολπικής μαρμαρυγής μέσω της ηλεκτρικής απομόνωσης των πνευμονικών φλεβών φαίνεται να είναι αποτελεσματική στην αποκατάσταση και διατήρηση του φλεβοκομβικού ρυθμού, εφόσον μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την χρήση των αντιαρρυθμικών φαρμάκων.

Επιπλέον, όσοι έχουν κολπική μαρμαρυγή θα πρέπει να:

  •         σταματήσουν το κάπνισμα
  •         μειώσουν την κατανάλωση αλκοόλ
  •         μειώσουν την κατανάλωση καφέ, τσαγιού και λοιπών ροφημάτων που περιέχουν καφεΐνη
  •         συμβουλεύονται το γιατρό τους πριν λάβουν κάποιο φάρμακο, καθώς ορισμένα φάρμακα επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό.

 

Σε βοήθησε αυτό το άρθρο;

Αυτή η σελίδα δεν παρέχει ιατρικές συμβουλές. Δες περισσότερα.